Kreport > articles > Ενάντια στη μιζέρια: Τα εκπληκτικά επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας

Ενάντια στη μιζέρια: Τα εκπληκτικά επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας

του Ηλία Κικίλια (*)

Έχουμε λίγο πολύ συνηθίσει να αναφερόμαστε σχεδόν αποκλειστικά στα αρνητικά χαρακτηριστικά και τις στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας.  Αλλά είναι εξίσου απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τα εκπληκτικά επιτεύγματα της οικονομίας μας την προηγούμενη δεκαετία.  Σταχυολογώ τα σημαντικότερα:

Ένα πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα 24 δισ. € το 2009, μειώθηκε κατά 75%, στα 6 δισ.) σε μόλις δυο χρόνια μέχρι το 2011, μηδενίστηκε το 2013 και στη συνέχεια μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο κάθε χρόνο υπερέβαινε κατά πολύ τους στόχους του Μνημονίου, παρά τις συνεχείς αμφισβητήσεις των Θεσμών, ιδιαίτερα του ΔΝΤ και τις πιέσεις για τη λήψη επιπρόσθετων – αλλά περιττών στην ουσία – δημοσιονομικών μέτρων. Η υπέρβαση των στόχων μεταξύ 2015 και 2019 ανήλθε σε 7,2 π.μ. του ΑΕΠ.  Το εντυπωσιακό στοιχείο που συνήθως παραγνωρίζουμε είναι ότι το συντριπτικό μέρος αυτής της πρωτόγνωρης για τα διεθνή δεδομένα προσαρμογής προήλθε από τη μεριά των δημοσίων δαπανών. Μεταξύ του 2009 και του 2019, ένα ετήσιο πρωτογενές έλλειμμα 24 δις μετατράπηκε σε πλεόνασμα 6,6 δις, μια προσαρμογή 30,6 δις, που ήταν αποτέλεσμα της μείωσης των δημοσίων δαπανών κατά 33,6 δις και της μείωσης των δημοσίων εσόδων κατά 3 δις.  Τα πρωτογενή πλεονάσματα, συνεπώς, δεν επετεύχθησαν λόγω της υπερφορολόγησης αλλά παρά την περιττή και επιζήμια τελικά υπερφορολόγηση, που απλά εκτόξευσε την παραοικονομία. Όπως επίσης δεν ήταν η αιτία για την σημαντική μείωση των δημοσίων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου.  Οι κυβερνήσεις της περιόδου 2013-2019 δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τεράστια μείωση των δημοσίων επενδύσεων διότι δεν κατάφεραν να κινητοποιήσουν τον κρατικό μηχανισμό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των επενδύσεων αυτών, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στον περιορισμό της αύξησης του ΑΕΠ .  Αν το είχαν καταφέρει τα πρωτογενή πλεονάσματα θα ήταν ακόμη υψηλότερα.

Ο δείκτης διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας – δηλαδή, η «συναλλαγματική ισοτιμία» των εξαγωγών μας σταθμισμένη με το κόστος εργασίας – είχε υποχωρήσει, μάλλον καταρρεύσει, κατά 31% μεταξύ του 2000 και του 2009, λόγω της πολιτικής των ανεξέλεγκτων παροχών που στηρίχθηκε στον φθηνό εξωτερικό δανεισμό και οδήγησε στην διόγκωση της εγχώριας ζήτησης, των σχετικών τιμών και μισθών και την εκτίναξη των εισαγωγών.  Αυτή ήταν η γενεσιουργός αιτία, ούτε η υποτιθέμενη πίεση των συνδικάτων, με την γνωστή χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, ούτε η υποτιθέμενη επιπολαιότητα ή φοβία των κοινωνικών εταίρων που συμφωνούσαν σε υπερμεγέθεις αυξήσεις υπό τον φόβο «εργατικών αναταραχών».  Η διεθνής ανταγωνιστικότητα ανέκαμψε στη συνέχεια κατά 20% μέχρι το 2019 εξαλείφοντας στην πράξη το σύνολο της υποχώρησης. Αυτός ήταν ο βασικός παράγοντας που οδήγησε σε μια αύξηση των εξαγωγών μας κατά 18 δις. (+36%) σε σταθερές τιμές μεταξύ του 2010 και του 2019 και ουσιαστικά εκμηδένισε το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών που είχε υπερβεί τα 32 δις ήδη από το 2007.  Οι δυο «λογαριασμοί» αλληλεξαρτώνται, το έλλειμμα του δημοσίου τομέα οδηγεί νομοτελειακά σε έλλειμμα και τον ιδιωτικό τομέα, το «συμμάζεμα» του πρώτου δίνει τη δυνατότητα να «τακτοποιηθεί» και το δεύτερο.

Η ελληνική οικονομία, παρά την άκρως αντιαναπτυξιακή πολιτική με την οποία επιβλήθηκε η εφαρμογή των Μνημονίων και τις ενδιάμεσες «εκτροπές», έχει ήδη σημειώσει σημαντική και κυρίως συστηματική πρόοδο ως προς την ενίσχυση της εξωστρέφειάς της.  Όπως πολύ ορθά σημειώνει και η Έκθεση Πισσαρίδη, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία των εξωστρεφών κλάδων της χώρας που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα βρίσκεται σε συνεχή άνοδο ενώ οι εσωστρεφείς κλάδοι βρίσκονται σε συνεχή πτώση σε ολόκληρη την περίοδο 2010-2019. Και αυτό συνέβη παρά το ότι ένας μεγάλος αριθμός μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων στους εξωστρεφείς κλάδους τέθηκαν αναπόφευκτα εκτός αγοράς την περίοδο της προσαρμογής.  Σε ένα σημαντικό βαθμό η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις εκπληκτικές επιδόσεις του τουρισμού με την συνδρομή της ναυτιλίας, ενώ υστερούν ακόμη άλλοι εξωστρεφείς κλάδοι, αλλά υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να βελτιώσουν και αυτοί την ανταγωνιστικότητα και τις διεθνείς επιδόσεις τους.

Για τον υπογράφοντα είναι απολύτως βέβαιο ότι οι εξελίξεις στην παραγωγικότητα και το ΑΕΠ ήταν πολύ καλύτερες την τελευταία πενταετία από την εικόνα που δείχνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία.  Αλλιώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί, για παράδειγμα, η αύξηση της συνολικής απασχόλησης κατά 400 χιλιάδες θέσεις εργασίας μεταξύ 2013 και 2019, ενώ παράλληλα η μισθωτή απασχόληση αυξανόταν κατά 125 χιλιάδες θέσεις τον χρόνο κατά μέσο όρο την ίδια χρονική περίοδο.  Χαρακτηριστικό είναι ότι η απασχόληση αυξήθηκε κατά 2% ετησίως ακόμα και το 2015 και το 2016 όταν η μεταβολή του επίσημου πραγματικού ΑΕΠ ήταν αρνητική, ενώ τα επόμενα έτη αυξήθηκε με υψηλότερους από το ΑΕΠ ρυθμούς. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή αύξηση των εξαγωγών αλλά και των εισαγωγών από το 2013 ως το 2019 υποδηλώνει ότι η οικονομική δραστηριότητα και ανάκαμψη και η βελτίωση της παραγωγικότητας ήταν αρκετά υψηλότερες από τις επίσημες μετρήσεις.  Με τον τρόπο αυτό ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας η χώρα μας έχει εισέλθει σε μια πορεία συστηματικής και σταθερής ανάκαμψης και αναστροφής των τεράστιων κοινωνικών επιπτώσεων από την εκρηκτική ανεργία που μας οδήγησαν η κρίση χρέους / χρεωκοπία, οι τιμωρητικές πολιτικές που επέβαλαν οι εταίροι μας, η εσωστρεφής οικονομία που είχε διογκωθεί την προηγούμενη δεκαετία καθώς και η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης που συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στην επιβράδυνση του ρυθμού ανάκαμψης.

Τα επιτεύγματα αυτά σε μια τόσο βραχεία χρονική περίοδο είναι πραγματικά πρωτόγνωρα και εντυπωσιακά σε παγκόσμιο επίπεδο και οφείλονται στις εκτεταμένες και βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας με υπέρογκο – και σε ένα μεγάλο βαθμό αχρείαστο – κοινωνικό κόστος εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών.  Αλλά οδήγησαν όχι μόνο στην ανάκαμψη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και το ξεκίνημα μιας δυναμικής αναστροφής αλλά και στην έναρξη μιας συστηματικής παραγωγικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας, μιας ανάπτυξης, δηλαδή, των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, όπως το λέγαμε παλαιότερα σε όρους πολιτικής οικονομίας. Σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με εξαιρετικό δυναμισμό και εξαγωγικό προσανατολισμό σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας και ένα εξαιρετικού επιπέδου εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων μας, όπως μας διαβεβαιώνουν κατά καιρούς όχι μόνο μεγάλοι ξένοι επενδυτές, αλλά και οι χιλιάδες επιχειρήσεις του εξωτερικού που αξιοποίησαν τους σχεδόν 500 χιλιάδες νέους που μετανάστευσαν, σε αντίθεση με τις εγχώριες γκρίνιες για «ελλείψεις κατάλληλου εργατικού δυναμικού».  Αυτό το πολύτιμο παραγωγικό και ανθρώπινο κεφάλαιο πρέπει να διασωθεί από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Αυτή πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής τους επόμενους μήνες.

Η κρίσιμη προϋπόθεση για την συνέχιση της πορείας αυτής είναι η διατήρηση και ενίσχυση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, δηλαδή η δημοσιονομική σταθερότητα και η ταχύτερη δυνατή επιστροφή σε ήπια αλλά επαρκή δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα, που αποτελεί και απαραίτητη προϋπόθεση για την εξυγίανση και τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος.  Δεν θα είναι, όμως, εύκολο – ίσως είναι αδύνατον – να ανακτήσουμε την οικονομική πρόσβαση σε μια αγορά 70 εκατομμυρίων γειτόνων μας, που είχε πετύχει η επέκταση του τραπεζικού μας συστήματος στα Βαλκάνια πριν την κρίση.  Αυτό ήταν το ισχυρότερο στρατηγικό πλήγμα στον χρηματοπιστωτικό μας τομέα.

Πρωτογενές πλεόνασμα δεν συνεπάγεται «λιτότητα».  Μια ετήσια αύξηση των δημοσίων δαπανών λίγο χαμηλότερη από την αύξηση του ΑΕΠ, μπορεί να δημιουργήσει πολύ σημαντικό δημοσιονομικό χώρο για άσκηση πολιτικών την τρέχουσα δεκαετία.  Το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, παρά τις κατά καιρούς προεκλογικές «εξάρσεις» και τις δικαστικές αποφάσεις, εκτιμώ ότι έχει μπει σε ένα δρόμο σταθερότητας και η βιωσιμότητά του μπορεί να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο, αρκεί η περαιτέρω μείωση των εισφορών και η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στις επικουρικές συντάξεις να γίνουν προσεκτικά και βαθμιαία όταν η οικονομία ξαναμπεί σε ασφαλή πορεία ανάπτυξης μετά την πανδημία. Δείτε και το σχετικό διάγραμμα 1.21 της Έκθεσης Πισσαρίδη, όπου φαίνεται ότι σε λίγα χρόνια η συνταξιοδοτική δαπάνη θα φτάσει στα μέσα επίπεδα της ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ. 

Το ύψος και η αύξηση του δημοσίου χρέους λόγω της πανδημίας είναι ένας παράγοντας ανησυχίας αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το βάρος αυτό προσδιορίζεται στην πράξη όχι μόνο από την αναλογία του στο ΑΕΠ αλλά πολύ περισσότερο από τις δανειακές ανάγκες του δημοσίου την τρέχουσα δεκαετία σε σχέση με την εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και τις δημοσιονομικές της επιδόσεις, όπως έδειξαν και τα επιτόκια δανεισμού το 2020.  Η συμβολή της ΕΚΤ είναι σημαντική, αλλά είναι χαμηλότερη σε σχέση με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης και δεν υπήρχε καν πριν το 2019, ενώ η μείωση των επιτοκίων δανεισμού άρχισε πολύ νωρίτερα, όταν η χώρα αποδείκνυε χρόνο με τον χρόνο την δημοσιονομική της αποφασιστικότητα και σοβαρότητα υπερακοντίζοντας τους στόχους για ετήσια πλεονάσματα, παρά τις συνεχείς αμφισβητήσεις του ΔΝΤ και άλλων μερών.

Η μεγάλη ευκαιρία των νέων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, η συνέχιση του εκσυγχρονισμού του δημόσιου τομέα, της δικαιοσύνης, του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων, του εκπαιδευτικού συστήματος, της φορολογίας, της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής προστασίας, της καινοτομίας, του περιβάλλοντος  και των λοιπών τομέων που αναγνωρίζονται από όλες τις πλευρές, μπορούν να επιταχύνουν και να εμβαθύνουν την πρόοδό μας.  

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ, π. Διοικητής ΟΑΕΔ