Kreport > articles > Τι εκπαίδευση έχουμε; Μια χρυσή ευκαιρία

Τι εκπαίδευση έχουμε; Μια χρυσή ευκαιρία

του Ηλία Κικίλια (*)

«Πάτωσε η Ελλάδα στον PISA 2018». Αυτοί ήταν, περίπου, οι τίτλοι στα ΜΜΕ πριν από περίπου ένα χρόνο όταν δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα της τελευταίας έρευνας του προγράμματος PISA (Programme for International Student Assessment) του ΟΟΣΑ. Ο διαγωνισμός PISA οργανώνεται ανά τριετία και στην τελευταία έρευνα, το 2018, η βαθμολογία της Ελλάδας στις τρεις δεξιότητες (κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και  φυσικές επιστήμες) που πρέπει να έχουν οι μαθητές ολοκληρώνοντας την υποχρεωτική εκπαίδευση, δηλαδή έως την ηλικία των 16, ήταν μικρότερη από εκείνην της έρευνας του 2015.

 

Όπως είναι γνωστό, σκοπός του προγράμματος PISA δεν είναι να δείξει αν γνωρίζουν καλά κάποια συγκεκριμένη εκπαιδευτική ύλη, αλλά αν οι μαθητές είναι εφοδιασμένοι να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου.

 

Στην κατανόηση κειμένου, η Ελλάδα κατετάγη 42η, στα μαθηματικά 43η και στις φυσικές επιστήμες 44η μεταξύ 78 χωρών. Ο μέσος βαθμός των μαθητών μας είναι κάτω από τη βάση σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, εδώ και 20 χρόνια που διεξάγεται αυτό το πρόγραμμα.  Ο μέσος 15χρονος μαθητής στη χώρα μας έχει περίπου τις γνώσεις και τις ικανότητες του μέσου 12χρονου μαθητή από τη Σιγκαπούρη ή το Πεκίνο. Από την άλλη μεριά, βέβαια, η Σιγκαπούρη, για παράδειγμα, που βγαίνει πρώτη στον κόσμο στις επιδόσεις των παιδιών και έχει ένα πολύ ανταγωνιστικό και μοντέρνο εκπαιδευτικό σύστημα, που εμφανίζει το μικρότερο ποσοστό παιδιών που δεν είχαν πρόσβαση σε προσχολική αγωγή και πολύ υψηλές δαπάνες για την παιδεία, εμφανίζει παράλληλα έναν από τους υψηλότερους δείκτες άγχους στα παιδιά καθώς και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά bullying στα σχολεία.  Δεν υπάρχει ένα κοστούμι που να ταιριάζει σε – ή να είναι επιθυμητό από – όλους.

 

Η έρευνα αυτή αποδεικνύει, επίσης, την σημασία της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της οικογένειας. Τα παιδιά που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχες οικογένειες έχουν πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να καταταγούν στην κατώτατη βαθμίδα του PISA από ό,τι τα παιδιά που προέρχονται από περισσότερο προνομιούχες οικογένειες –πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

 

Καταρρίπτει, επίσης, τον μύθο ότι τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα βοηθούν τα παιδιά να καλύψουν εκπαιδευτικά κενά που τους μένουν από το σχολείο.  Μπορεί το φροντιστήριο να παίζει ρόλο στο αν θα μάθει ο μαθητής την ύλη για να περάσει στις πανελλήνιες, αλλά δεν έχει καμία επίπτωση στην επίδοση των μαθητών στο PISA, όπου εξετάζεται η βαθιά γνώση και η κριτική ικανότητα. Το αντίθετο, μαθητές που συμμετέχουν σε πολυμελή φροντιστηριακά τμήματα, τα πηγαίνουν χειρότερα στο PISA από τους μαθητές που δεν πάνε καθόλου φροντιστήριο.

 

Το σημαντικότερο και πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των σχολείων μας δεν είναι οι δαπάνες ή οι ανεπαρκείς υποδομές, αλλά η έλλειψη αυτονομίας. Τα σχολεία της χώρας μας είναι τα λιγότερο αυτόνομα από όλων των χωρών που συμμετέχουν στο PISA, είμαστε τελευταίοι, 72οι μεταξύ 72 χωρών, σε καμία άλλη χώρα τα σχολεία δεν είναι τόσο εξαρτημένα από τις αποφάσεις του κεντρικού κράτους.

 

Αφορμή για το παρόν ήταν η αναφορά του KReport της Δευτέρας 8/2 σε μελέτη της McKinsey (εδώ), που συμπεραίνει ότι λόγω της πανδημίας, οι Αμερικανοί μαθητές απέκτησαν 20% μικρότερες ικανότητες στην ανάγνωση και 33% στα μαθηματικά από εκείνες που θα είχαν αποκτήσει σε κανονικές συνθήκες.

 

Θα μπορούσε εύκολα το υπουργείο Παιδείας να οργανώσει μια γενικευμένη διεξαγωγή τεστ κρίσιμων ικανοτήτων/δεξιοτήτων (όχι επίπεδα γνώσης και αφομοίωσης της εκπαιδευτικής ύλης) ανάλογα με τις ηλικίες, σε όλους τους μαθητές της χώρας που φοιτούν στο υποχρεωτικό και το δευτεροβάθμιο επίπεδο, στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, από το δημοτικό ως το λύκειο (γιατί όχι, και στο τριτοβάθμιο επίπεδο, στις σχολές επαγγελματικής εκπαίδευσης, κλπ.) μέσω, παράδειγμα, των πλατφορμών τηλεκπαίδευση  τις οποίες χρησιμοποιούν (ή κάποιας εξειδικευμένης πλατφόρμας που μπορεί τεχνικά να στηθεί μέσα σε λίγες ώρες)  για να διαπιστώσουμε το επίπεδο, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες των παιδιών μας και του εκπαιδευτικού μας συστήματος σε αυτά τα κρισιμότατα προσόντα. Ικανότητες και δεξιότητες που ήδη σήμερα αποτελούν – και θα αποτελέσουν πολύ περισσότερο στο μέλλον – τα απαραίτητα εφόδια σε κάθε σχεδόν πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων και γενικών γνώσεων, αυτό που παλιότερα ορίζαμε ως γενική μόρφωση και καλλιέργεια, με προοπτική να επαναλαμβάνεται κάθε τρία, ίσως, χρόνια. 

 

Ας αφιερωθούν είτε μερικές σχολικές ημέρες είτε και σαββατοκύριακα είτε και κάποιες αργίες για 1-2 ώρες που διαρκεί ένα τεστ.  Τα οφέλη θα είναι  τεράστια από την πληροφόρηση που θα προκύψει, υπό την προϋπόθεση ότι τα τεστ θα είναι επιστημονικά και μεθοδολογικά αξιόπιστα.  Η πληροφορία θα αφορά κάθε σχολείο σε κάθε γωνιά της χώρας και όλα τα κοινωνικά στρώματα. 

 

Φανταστείτε τις τεράστιες δυνατότητες αξιοποίησης ενός τέτοιου πολύτιμου κεφαλαίου αναλυτικής γνώσης, καταρχήν από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.  Εξειδικευμένους επιστήμονες διαθέτουμε ουκ ολίγους, εξαιρετικά πανεπιστημιακά παιδαγωγικά τμήματα, παιδαγωγικό ινστιτούτο, δημόσια κέντρα ερευνών κλπ. και θα αποκτήσουμε μια πλήρη εικόνα για αυτό το τεράστιας σημασίας εθνικό ζήτημα που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τις αναγκαίες εκπαιδευτικές πολιτικές την επόμενη δεκαετία και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους. Και αν οι πολιτικές δυνάμεις δεν συμφωνήσουν ως προς τις αιτίες και την αντιμετώπιση των αναμφισβήτητων αδυναμιών, τουλάχιστον θα συμφωνούν, ελπίζω, ως προς τα δεδομένα.

 

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι διευθυντής Ερευνών του ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ, π. Διοικητής ΟΑΕΔ