Kreport > articles > Ο Internet Explorer και o πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ

Ο Internet Explorer και o πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ

Της Νικολέτας Γιαννούλη (*)

Πέρασαν περίπου 20 χρόνια από τότε που ο κολοσσός Microsoft καταδικάστηκε από τις Ευρωπαϊκές Αρχές (Δικαστήριο και Επιτροπή) για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά λειτουργικού για ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Windows) και κατέληξε, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, σε ένα συμβιβασμό με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ[1] για τον ίδιο λόγο.

 

Πώς παρανόμησε, λοιπόν, η επιτυχημένη Microsoft; Με δύο τρόπους. Πρώτον, αρνήθηκε την πρόσβαση προγραμματιστών (και άρα ανταγωνιστών της) στα τεχνικά χαρακτηριστικά του λογισμικού της, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν οι τελευταίοι να αναπτύξουν λογισμικό πλήρως συμβατό και άρα ανταγωνιστικό με τα Windows, προστατεύοντας τη δεσπόζουσα θέση της. Δεύτερον, υποχρέωνε τους κατασκευαστές ηλεκτρονικών υπολογιστών να εγκαθιστούν μαζί με τα Windows, λεγόμενες εφαρμογές «middleware», όπως ο Internet Explorer και τα Windows Media Player (“WMP”), σε αποκλεισμό ανταγωνιστών (Java, Netscape) και έτσι προσπάθησε να μονοπωλήσει και τις αγορές αυτές. Οι Ευρωπαίοι της επέβαλαν πρόστιμο περίπου 500 εκ. Ευρώ και την υποχρέωση να παύσει τις παραβάσεις. Με τους Αμερικάνους συμβιβάστηκε, θεμελιώνοντας μία ειδική άδεια επί του λογισμικού της για προγραμματιστές, ενώ τα Windows σταμάτησαν να συνοδεύονται υποχρεωτικά από δικό της middleware.

 

Περίπου 20 χρόνια μετά, η αγορά τεχνολογίας απασχολεί και πάλι διατλαντικά με τρόπο πιο ζωηρό, μαζικό, ολιστικό, ουσιαστικό. Η αυλαία ανοίγει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μεταξύ των ετών 2017 – 2019 επιβάλλει με τρεις αποφάσεις της πρόστιμο ύψους σχεδόν 8,5 δισ. ευρώ[2] στην εταιρεία Google και τη μητρική της Alphabet Inc.. Κατά την Επιτροπή, η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά με τους εξής τρόπους:

 

  1. Επειδή διαθέτει δεσπόζουσα θέση στην αγορά μηχανών αναζήτησης, κατά τις αναζητήσεις των χρηστών προωθούσε στις πρώτες θέσεις των αποτελεσμάτων τις διαφημιστικές της εφαρμογές, με αποτέλεσμα την αύξηση της επισκεψιμότητας σε δικές της υπηρεσίες, σε αποκλεισμό ανταγωνιστών της.

 

  1. Υποχρέωνε τους κατασκευαστές κινητών τηλεφώνων με Android λογισμικό να παρέχουν δικές τις εφαρμογές, όπως το Google Search και το Google Chrome χωρίς δυνατότητα διαγραφής, πάλι σε αποκλεισμό ανταγωνιστών.
  • Υποχρέωνε μέσω αποκλειστικών και ευνοϊκών συμφωνιών τους ιδιοκτήτες ιστοσελίδων να τοποθετούν δικές της υπηρεσίες αναζήτησης στις ιστοσελίδες τους. Με τον τρόπο αυτό απέκλεισε τη βασικότερη είσοδο στην αγορά της ηλεκτρονικής διαφήμισης από ανταγωνιστές.

 

Στις ΗΠΑ εκφράζονται όμοιες προκλήσεις. Οι αρμόδιες Αρχές, με πρωταγωνιστή το Κογκρέσο, έχουν αρχίσει να ανησυχούν ότι κάτι δεν λειτουργεί στην αγορά της τεχνολογίας και κάλεσαν τον Ιούλιο του 2020 τους  CEO των “Big Four” της Silicon Valley, Apple, Amazon, Facebook, Αlphabet (Google) οι οποίοι κατέθεσαν για διάφορα θέματα εμπορικών τους πρακτικών. Το αποτέλεσμα είναι μια αναφορά της Υποεπιτροπής για Θέματα Ανταγωνισμού, Εμπορίου και Διοίκησης, περίπου 400 σελίδων[3], η οποία (συνοπτικά) καταλήγει ότι υπάρχει ανάγκη αλλαγών στην νομοθεσία περί ανταγωνισμού, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι Διοικητικές και Δικαστικές Αρχές την εφαρμόζουν. Εκφράζονται δε οι σκέψεις για το πώς επηρεάζονται και άλλα δικαιώματα όπως η ελευθερία του λόγου και ο θεσμός της ίδιας της Δημοκρατίας. 

 

Η 6η Ιανουαρίου, με την εισβολή στο Καπιτώλιο Ρεπουμπλικάνων προσκείμενων στον απερχόμενο Πρόεδρο Donald Trump, ήρθε όχι απλά να επιβεβαιώσει αλλά  να προσθέσει στον προβληματισμό. Πέραν δηλαδή της ανάγκης (ή μη[4]) θέσπισης ρυθμιστικού πλαισίου για τις εταιρείες τεχνολογίας τα σημαντικότερα κοινωνικά δίκτυα Facebook, Twitter, YouTube ανέστειλαν τη λειτουργία των λογαριασμών ενός από τους (θεσμικά) πιο ισχυρούς πολιτικά άνδρες στον κόσμο. Πολλοί υποστηρικτές του, και μη, πλέον μετακομίζουν σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι σήμερα σχεδόν άγνωστα, όπως το Signal και το Telegram[5] εκφράζοντας μάλλον την αγωνία τους για τους γίγαντες της τεχνολογίας και τις πρακτικές τους.

 

Για όλα αυτά, υπάρχουν διάφορες παράλληλες συζητήσεις για μία αγορά η οποία λειτουργεί εν πολλοίς αρρύθμιστη/ελεύθερη και καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα πώς τη ρυθμίζουμε, αν τελικά τη ρυθμίζουμε:

 

Α. Το αρχικό ερώτημα είναι κυρίως δικαιοπολιτικό[6]: Ποιος είναι ο σκοπός του ανταγωνισμού[7], της ρύθμισης ή της αυτορρύθμισης[8]; Αυτό στη συνέχεια απαντάει συνήθως και το πόση κρατική παρέμβαση κανείς αποδέχεται[9].  

Β. Χαρακτηριστικά των αγορών τεχνολογίας: Σε όλες τις αποφάσεις φαίνεται να γίνεται δεκτό ότι οι αγορές χαρακτηρίζονται από τα λεγόμενα “network effects”, όσο δηλαδή οι χρήστες τους αυξάνονται, η εμπορική τους αξία μεγαλώνει, με δημιουργία εμποδίων εισόδου για νέους παίκτες και δυσκολία μετακίνησης των χρηστών σε ανταγωνιστές. Το εγγενές αυτό χαρακτηριστικό τους, φαίνεται να έγινε εμπορικά εκμεταλλεύσιμο δημιουργώντας εκτεταμένα μονοπώλια. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα η Amazon, η οποία ανταγωνίστηκε τους εμπόρους στην πλατφόρμα της οδηγώντας πολλούς από αυτούς εκτός αγοράς[10].

 

Γ. Μετά τον εντοπισμό των προκλήσεων, πώς κανείς τις ρυθμίζει; Έχει συμβεί στο παρελθόν σε διάφορες αγορές: τους σιδηροδρόμους, τις τηλεπικοινωνίες, τις αγορές ενέργειας κλπ. Αγαθά κεφαλαιώδους σημασίας, γίνονται προσβάσιμα και από τρίτους με κρατική παρέμβαση[11] και παράλληλη θέσπιση κανόνων του παιχνιδιού. Έτσι, η δεσπόζουσα επιχείρηση δεν μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση ανταγωνιστών της με δίκαιους όρους σε ένα αγαθό το οποίο της ανήκει[12].

 

Δ. Υποχρεώσεις των εταιρειών τεχνολογίας άλλου τύπου, όπως για παράδειγμα για ελεγχόμενο περιεχόμενο, για μη διάδοση ψευδών ειδήσεων, υπό συζήτηση, αλλά βαριά αμφιλεγόμενο σε σχέση με την ελευθερία του λόγου.

 

Ε.  Έχει υποστηριχθεί σε διάφορα άρθρα στον Economist ότι μία άλλη λύση είναι η θεσμοθέτηση διαδικασίας στην οποία η ίδιοι οι χρήστες θα έχουν την εξουσία να θεσπίζουν τους κανόνες της κοινότητας στην οποία ανήκουν.

 

ΣΤ. Άλλο κεντρικό ερώτημα στην κουβέντα είναι το σε ποιον ανήκει η πληροφορία, γιατί αυτή φαίνεται να είναι το πραγματικό «αγαθό» εδώ. Αν ανήκει στο χρήστη, (θα πρέπει να) την κάνει ότι θέλει.

 

Τί σχέση έχει λοιπόν ο απερχόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ με τη μηχανή αναζήτησης Internet Explorer; Ο πρώτος έπαυσε να «ακούγεται» γιατί τα ελεύθερα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέστειλαν τους λογαριασμούς του, ενώ το δεύτερο έχασε τη δυναμική του, ίσως επειδή η κρατική παρέμβαση του 2001 ανέστειλε την ανάπτυξη της Microsoft. Οι προκλήσεις σε μία αγορά όπως η τεχνολογική που τρέχει πολύ πιο γρήγορα από οποιαδήποτε νομοθετική διαδικασία είναι πολυδιάστατες και αναμένεται η συζήτηση τα επόμενα χρόνια να είναι έντονη, καθώς η κουβέντα αφορά εταιρείες που έχουν μάλλον μετεξελιχθεί με τον ένα ή τον άλλον τρόπο σε θεσμούς που διαμορφώνουν παραδοσιακές έννοιες, όπως αυτή της επικοινωνίας, της υπηρεσίας, των αγαθών, και ακόμα και του ίδιου του  κράτους, καθώς η ζωή μας έχει μεταφερθεί εν πολλοίς διαδικτυακά. Το πού τραβάει κανείς τη γραμμή φαντάζει συναρπαστικό, σημαντικό, αλλά και δυνητικά επικίνδυνο. 

(*) Η Νικολέτα Γιαννούλη είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

[1] Tα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα στην ΕΕ: https://ec.europa.eu/competition/elojade/isef/index.cfm?fuseaction=dsp_result&policy_area_id=1,2,3 και στο Δικαστήριο: http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=T-201/04 και στις ΗΠΑ: https://www.justice.gov/atr/usdoj-antitrust-division-us-v-microsoft-corporation-information-settlement

[2] Oι αποφάσεις της Επιτροπής κατά της Google:  https://ec.europa.eu/competition/elojade/isef/index.cfm?fuseaction=dsp_result&policy_area_id=1,2,3

[3] https://www.nytimes.com/interactive/2020/10/06/technology/house-antitrust-report-big-tech.html.

[4] Αυτό σχετίζεται με τις οικονομικές σχολές που κανείς ακολουθεί για την ερμηνεία και την παρέμβαση του Κράτους. Η Σχολή του Σικάγο για παράδειγμα καθώς και οι πιο φιλελεύθερες φωνές δεν είναι πολύ χαρούμενοι με την Αναφορά του Κογκρέσου.

[5]https://www.nytimes.com/2021/01/13/technology/telegram-signal-apps-big-tech.html?action=click&auth=login-email&block=more_in_recirc&impression_id=3a3d0be0-564a-11eb-9a7b-21fdd7e53449&index=0&login=email&pgtype=Article&region=footer

[6] https://scholarship.law.upenn.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=2987&context=faculty_scholarship

[7] Η αύξηση της ευημερίας του καταναλωτή («consumer welfare») θα πουν κάποιοι, άρα όποια πρακτική δημιουργεί πλεόνασμα για τον καταναλωτή είναι νόμιμη.

[8] Eίναι χαρακτηριστική η σκέψη του Μilton Friedman στην υπόθεση Microsoft, ο οποίος χαρακτήρισε την κυβερνητική παρέμβαση ως «εμπορική αυτοκτονία»/ «business suicide»: https://www.cato.org/policy-report/marchapril-1999/policy-forum-milton-friedman-business-suicide.

[9] Πιο μετριοπαθείς στην παρέμβαση οι Αμερικανικοί θεσμοί τασσόμενοι μέχρι τώρα σε μία λογική “consumer welfare”, άρα περιορισμού κρατικών παρεμβάσεων είτε με τη μορφή της ρύθμισης είτε με τη μορφή εφαρμογής δικαίου ανταγωνισμού. Ποιο «θεσμική»/ «δομική» αντίληψη του ανταγωνισμού οι Ευρωπαίοι και πιο ενεργοί θεσμικά στις παρεμβάσεις και τα πρόστιμα για παραβάσεις.

[10] Η Amazon εξαγόρασε την diapers.com, τον βασικό της ανταγωνιστή λιανικής, όταν ακολούθησε μία τακτική καταχρηστικής, κάτω του κόστους τιμολόγησης, την οποία η Diapers δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί, με αποτέλεσμα την εξαγορά της από την Amazon σε πολύ χαμηλή τιμή. Μόλις η εξαγορά ολοκληρώθηκε, η Amazon επέστρεψε σε κανονική τιμολόγηση. Σημαντική είναι και η πληροφορία στην οποία είχε πρόσβαση η Amazon για τις πρακτικές της Diapers όσο ενεργούσε μέσω της πλατφόρμας της. 

[11] Πριν η Microsoft καταλήξει στο συμβιβασμό με την Αμερικανική κυβέρνηση, η αρχική δικαστική απόφαση διέταζε να χωριστεί σε δύο ανεξάρτητες εταιρείες, μία που παράγει λογισμικό υπολογιστών και μία που παράγει άλλες εφαρμογές (internet explorer).

[12] Η θεωρία των «βασικών διευκολύνσεων» («essentials facility doctrine») η οποία παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης.